Μετά τις αριστουργηματικές συλλογές διηγημάτων τής Ελισάβετ Χρονοπούλου Φοράει κοστούμι (2013), το οποίο έχει παρουσιαστεί στο «Πατάρι των αναγνώσεων», και Ο έτερος εχθρός (2017), περίμενα ένα πιο εκτεταμένο έργο, ένα μυθιστόρημα. Και να που ήρθε το μυθιστόρημά της Επί σκοπώ πλουτισμού.
Ο αφηγητής, ένας σύγχρονος μοναχικός σαραντάρης, εντελώς ανιστόρητος, ο Γιώργος Ασλανίδης, αγνοεί τα πάντα. Δεν ξέρει ούτε τα πρόσωπα της οικογένειάς του, ούτε τον βίο τους, και πολύ περισσότερο δεν έχει ιδέα για τη σύγχρονη ιστορία του τόπου. Αρκείται στην μοναξιά και τον σκύλο του. Το παρελθόν, προσωπικό και συλλογικό, είναι βαθιά κρυμμένο κάτω από μισόλογα, σιωπές και αδιαφορία.
Με τη ματιά της Εύης Ζερβού Καλλιακούδη
Οι απρόσμενες, όμως, συναντήσεις στη ζωή αποκαλύπτουν μυστικά, κινητοποιούν παγωμένα συναισθήματα και αφυπνίζουν. Ο αφηγητής, εκών – άκων, συναντά έναν άγνωστο γέροντα, τον Δημοσθένη Σαρίκα, ο οποίος διανύει τις τελευταίες μέρες της ζωής του.
Αυτός ο άνθρωπος, μετά τον θάνατό του, με πολύ παράξενο τρόπο, οδηγεί βήμα – βήμα τον αφηγητή από την άγνοια στη γνώση και, κυρίως, στην προσωπική ανακάλυψη και στην παραδοχή δύσκολων και σκληρών οικογενειακών και ιστορικών αληθειών!
Στο μυθιστόρημα, σταδιακά, το παρόν συνυφαίνεται με το παρελθόν (Κατοχή και μετεμφυλιακά χρόνια), νήματα απρόσμενα τυλίγουν ετερόκλητους και, συχνά, ανυποψίαστους ανθρώπους, το βίωμα συμπλέκεται με το ιστορικό γεγονός, η μνήμη ενεργοποιείται, απορίες και αδυσώπητα ερωτηματικά, που έχουν την αφετηρία τους ογδόντα χρόνια πριν, ζητούν απαντήσεις.
Ο αφηγητής, ακολουθώντας τον μίτο που του όρισε ο Δημοσθένης Σαρίκας, ο οποίος ήδη του «είχε προσχεδιάσει τα βήματά» του (σελ. 64), αρχίζει με κάποιο δέος να ξεφυλλίζει τα ημερολόγια του εκλιπόντος, γραμμένα πρόσφατα, το καλοκαίρι του 2023. Εμπεριέχουν γεγονότα και αναμνήσεις που ξεκινούν από τον Γενάρη του 1942.
Στο πλυσταριό του σπιτιού που κληρονόμησε ο αφηγητής, εκεί, στο «κοριτσίστικο δωμάτιο» της Αμαλίας, αδελφής του Δημοσθένη, το παρελθόν, – καταγραμμένο σε ανορθόγραφα γράμματα, ποιήματα, κατοχικές προκηρύξεις και μια μικρή φωτογραφία -, εισρέει σαν χείμαρρος στο παρόν.
Καινούργιοι κόσμοι ανοίγονται και ο άσχετος, ο ανιστόρητος, ο αδιάφορος αφηγητής, που σε όλη του τη ζωή ήταν «εισοδηματίας» και «επαγγελματίας κληρονόμος» (σελ. 21) «για όλα έκλαψε(α) …» (σελ. 69) και για την Αμαλία.
Η Αμαλία είναι ακόμη μια Μαργαρίτα Περδικάρη. Μόνο που η Ελ. Χρονοπούλου εμπλέκει την Αμαλία έντονα με τη ζωή των επόμενων, την βάζει ανάμεσά μας, να ταράζει τον ύπνο μας και να γρατζουνίζει τη συνείδησή μας.
Μέσα σ΄αυτό το «κοριτσίστικο δωμάτιο», όπου πρόσωπα και εποχές, φαντασία και πραγματικότητα, βρίσκονται σε μια ώσμωση, «ένα κρακ ακούστηκε μέσα από το σώμα» του αφηγητή. «Κάτι είχε σπάσει» (σελ. 69). Για ποιο λόγο, άραγε;
Σε αυτές τις γραμμές, η γραφή της Χρονοπούλου γίνεται απολύτως κινηματογραφική. Δεν διαβάζουμε πια μυθιστόρημα. Παρακολουθούμε να ξετυλίγεται ένα σενάριο με πλήθος οπτικοποιημένων στοιχείων. Τα πάντα, αντικείμενα και κοστούμια, χρώματα και λεπταίσθητες λεπτομέρειες, μικρές χορευτικές κινήσεις, παρουσίες και απουσίες συνθέτουν μια συγκλονιστική θεατρική συνθήκη.
Στο μυθιστόρημα, προσέχουμε ιδιαίτερα τα πολλαπλά γλωσσικά επίπεδα και τις υφολογικές γλωσσικές διαφορές, που συνδέονται άλλοτε με έναν ιδεολογικό κώδικα, που αυτοϋπονομεύεται, (λ.χ. το έγγραφο του επιθεωρητή) και άλλοτε με το επικοινωνιακό πλαίσιο του κάθε κειμένου (γράμματα, ημερολόγιο, παιδική προφορικότητα, προκήρυξη, αρχεία, λεξιλόγιο του αφηγητή ).
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου παίρνει από το χέρι τον αφηγητή αλλά και τον αδαή, ακόμη και τον επαρκή αναγνώστη, και με διαφορετικό, βέβαια, τρόπο, τους οδηγεί από τη σιωπή στην παραδοχή, από την άγνοια στη γνώση και από τη γνώση στην εσωτερίκευση.
Καλοδεμένα και εξαιρετικά δουλεμένα όλα τα τεκμήρια, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που καταθέτει η συγγραφέας, αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, συμπλέκονται αριστοτεχνικά ως δομικά στοιχεία του μυθιστορήματος και μας δίνουν ένα δυνατό λογοτεχνικό έργο, που βασίζεται στην ενδελεχή ιστορική έρευνα της συγγραφέως στα πρακτικά του ειδικού δικαστηρίου δωσιλόγων. Το επίμετρο το έχει γράψει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης.
Κλείνω το πιο επιδραστικό βιβλίο, γνωστικά και συναισθηματικά, που διάβασα τελευταία. Ήταν μια ανάγνωση για την Αμαλία που, ίσως, ξεχάστηκε, για την κάθε Αμαλία, για τους γονείς, που σπαραχτικά απαρνήθηκαν τη δράση των νεκρών τους, για τον μικρό Δημοσθένη, με το διαρκές ανεπούλωτο τραύμα, για τον παππού, που τη χρονιά του αθηναϊκού λιμού πέθανε φρικιαστικά με μια μπουκιά κρέας στο στόμα, για όσους αγνοούν, ενώ οφείλουν να ξέρουν, για όσους σιωπούν, ενώ γνωρίζουν, για όσους πλαστογραφούν την ιστορία, για όλους εμάς που είμαστε οι επίγονοι εκείνων που αγωνίστηκαν, για όλους εμάς που είμαστε οι επίγονοι των άλλων που έζησαν « επί σκοπώ πλουτισμού».
Κι εμένα μου άρεσαν τα διηγήματα της Ελ. Χρονοπούλου (που τα έμαθα από την Εύη). Αυτή η πολύ θερμή και πειστική κριτική με παροτρύνει να αναζητήσω αυτό το μυθιστόρημα.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!