Ποίηση Γιάννη Δούκα

                   Διαδρομή μιας αναγνώστριας :

  Στα μέσα σύνορα  μέχρι  Το σύνδρομο Σταντάλ   του    Γιάννη Δούκα,  εκδ. Πόλις, 2013- ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

 

<<Είδες ατάραχος να φτάνει στον γκρεμό

     Βήμα το βήμα η γενιά μας και να παίζει>> 

 

Κρατώ στα χέρια μου την ποιητική συλλογή Στα μέσα σύνορα. Η φωτογραφία του  εξωφύλλου  μαγνητίζει το βλέμμα και προκαλεί περιπλανήσεις της σκέψης. Κοιτάζω επίμονα.  Μια νεανική μορφή ( ο Τζων Λένον ή ο ποιητής μεταμφιεσμένος;) αφουγκράζεται τη γη. Η σύνθεση, αποκαλυπτική και αινιγματική συνάμα, λειτουργεί ως  <<σηματωρός και κήρυκας >> για τον αναγνώστη.

Κριτική από Εύη Ζερβού Καλλιακούδη

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής  <<Στα μέσα σύνορα>> σε συνδυασμό με την  εικαστική σύλληψη του εξωφύλλου και  το  οχτάστιχο εναρκτήριο ποίημα συνιστούν ένα αδιάσπαστο καλοσχεδιασμένο σημειολογικά σύνολο,  που προετοιμάζει σταδιακά και μεθοδικά,   με δεξιοτεχνία και ευρηματικότητα  την επαφή του αναγνώστη  με την πρώτη ποιητική συλλογή  του νέου και νεαρού ποιητή,  Γιάννη Δούκα. 
         Το περιοδικό Διαβάζω, το 2012, του απένειμε για την ποιητική συλλογή το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή.                                                                                                                                           Η ποίηση του Γιάννη Δούκα μού άνοιξε καινούργιους κόσμους. Στην αρχή  ξεφύλ-λιζα, διάβαζα πεταχτά κι ανακατωμένα, επαναλάμβανα δυνατά κάποιους στίχους. Δοκίμαζα τη δυναμική της ποιητικής του γλώσσας. Ήμουν έτοιμη  πια γι’ αυτήν τη μοναδική και μαγευτικά μοναχική περιπέτεια της ανάγνωσης.  Κι όταν γέμισαν τα μάτια μου εικόνες, όταν  το μυαλό μου έτρεξε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, όταν η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά (άραγε, σύνδρομο Σταντάλ 😉  κι ένιωσα την απόλαυση μιας αξιόλογης τέχνης και τεχνικής, αποφάσισα να  μοιραστώ   τα ποιητικά κείμενα στις συναντήσεις της   Λέσχης Ανάγνωσης, μιας ιδιότυπης  Λέσχης  με ανθρώπους αυθεντικούς, οραματιστές,   που δεν έχουν ακόμη απαρνηθεί τον ρομαντισμό  για τη ζωή και τον κόσμο.  Το  εναρκτήριο ποίημα μας κινητοποίησε, δεν άφησε κανέναν  αδιάφορο. Διάλεξε ο καθένας μας σιωπηρά έναν στίχο. Στη συνέχεια,  άλλοτε διαδοχικά και ατομικά, άλλοτε συγχρόνως και ομαδικά, τον αφήσαμε να ακουστεί μεγαλόφωνα.  Απίστευτο  πόσες εκδοχές προέκυψαν από την πολύπτυχη  <<συμπλοκή>> των στίχων του ποιητή. Ο Γ. Δούκας μας μύησε σε  ένα παιχνίδι ομαδικό, καθώς η ποίησή του, παρόλο που εκφράζει έναν στοχαστή – δια-νοούμενο, δεν είναι καθόλου ερμητική. Ο ποιητής  νοιάζεται για τον αναγνώστη. Κατορθώνει να τον συνεπαίρνει στις θεματικές αναζητήσεις  που επιλέγει και τον τραβά απαλά και αβίαστα στον ποιητικό ρυθμό, καθώς   δοκιμάζει   ποιητικές μορφές  που έρχονται από τα βάθη της παράδοσης (π.χ. ο ομοιοκατάληκτος στίχος).

   Ήρθε η ζωή και πέτρωσε  

   Σε μια τοιχογραφία                                                                                       

  Με σκοτεινά χαμόγελα                                                                                       

  Και μ’ απλωμένα χέρια                                                                               

  Αλλάζουν οι σκιές μορφή                                                                                       

  Στ’ ατέλειωτα νυχτέρια                                                                                                  

  Και φάνηκαν οι πόθοι μας                                                                                     

 Σαν ακτινογραφία

Οι στίχοι του μας θύμισαν με τρόπο, όμως, αιρετικό και αντεστραμμένο, μια κουβέντα του Αναγνωστάκη . <<Η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες και ψευδαισθήσεις>>. Ο νέος Γ. Δούκας έχει ενθουσιασμό, αλλά είναι πολύ μακριά από τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις της νεότητας. Ανήκει σε μια γενιά, ( ο ποιητής γεννήθηκε το 1981 ),  που , ίσως,  χαρακτηρίζεται  χρονικά από σύντομη εφηβεία( άραγε, τύχη ή κατάρα;) και που βομβαρδίστηκε από πλήθος ερεθισμάτων, συχνά, άνισης αξίας. Ο ποιητής τα δέχεται και τα αξιοποιεί ως έμπνευση και ως αφετηρία.                                     Στην πρώτη  ποιητική συλλογή, ο ποιητής αντλεί  υλικό από το υπέδαφος της  παρούσας εποχής αλλά και των παλαιότερων  εποχών, το εσωτερικεύει με μια προσωπική διαδικασία, στοχαστική και απόλυτα συνειδητή, και, όταν επικοινωνεί με τον αναγνώστη, το μεταμορφώνει με μια γοητευτική προσωπική ματιά, πολύ ενδιαφέρουσα, σοβαρή, μα καθόλου σοβαροφανή. Γι’ αυτό μπορεί να <<παίζει>> με ένα παιχνίδι τραγικό, που αφήνει επίγευση θλίψης στον αναγνώστη:

 <<Με τ’ όπλο άδειο παίζαμε και κύλησε ο καιρός>> (σελ. 18) ή

<Στα χαρτοπαίγνια του πόνου

                Έπαιξες όλους σου τους άσους >> (σελ. 22).                                                                                                                                                                           Μπορεί ακόμη  να <<παίξει>> αληθινά ακολουθώντας το παιχνίδι της μορφής, της διπλής ανάγνωσης και της παρωδίας, όπως  στους  παρακάτω αυτοβιογραφικούς στίχους (σς 29 και 38 ):

      <<Στον ύπνο μου σκυλόψαρο        Σκαρφάλωνε σε δέντρο                                  

        Κι εγώ σαν το πατόψαρο              Επέστρεφα στο κέντρο                           

        Απ’ την αρχή εκπαίδευση             Απ’  το μηδέν θητεία                            

        Στα κρύα στρατοπέδευση             Στον ήλιο ορκωμοσία                                 

        Στο χέρι μου προέκταση                Το σκοτεινό G3                                              

       Να μου μετρά την έκταση              Και στη φιλοπατρία                                     

       Στην κάννη, στη σκανδάλη του     Και στο κλειστό λουκέτο

       Στο βήμα του παράλυτου               Που φεύγει για σκοπέτο   

       Με μαύρη τη διάθεση                     Εξάρτυση και κράνος

      Με δυσμενή μετάθεση                   Στη χώρα μου τσιγγάνος

      Παίζουν τα ματοτσίνορα               Απ’ τη βαριά τη νύστα

      Γιατί φυλώ τα σύνορα                   Στον Όρχη και στα Ξύστα…

[ (Απόσπασμα από το ποίημα Η Απάλευτη ζωή ), πρβ με τον παλαμικό    τίτλο]

Το σήμερα και το χθες, το εδώ και το εκεί που απλώνεται γεωγραφικά απέραντα,  πρόσωπα οικεία ή απόμακρα και το πλήθος των διακειμενικών αναφορών  είναι ο ποιητικός κόσμος του Γιάννη Δούκα.                                                                                     Λόγιες μνήμες από την αρχαιότητα ή από τη λογοτεχνική παράδοση προβάλλονται και επαναλαμβάνονται άλλοτε με τρόπο  ειρωνικό (Η Γενοκτονία των Εξαρχείων (σελ. 45)  και άλλοτε με απόλυτο σεβασμό : [<<Τούτο το αλωνάκι>> (σελ. 28) πρβ. με τον  σολωμικό στίχο.                                                                                                                    Ο τίτλος Γέροι της Σιδώνος (σελ. 30) παραπέμπει στον  καβαφικό τίτλο ].                            Ανακαλούνται θρυμματισμένες μνήμες που αποτυπώνουν τη συλλογική εμπειρία που εξατομικεύεται (Playmobil, σελ.54),  και που στα περισσότερα ποιητικά κείμενα επικαιροποιείται (Τα Παιδιά του Άβελ, σελ. 43).                                                                    Ο Κατάλογος των πλοίων  (πρβ. στη β ραψωδία της Ιλιάδας το ομηρικό <<Νεών κατάλογος>> ) γίνεται αφετηρία για μια <<ένδον, … κρυφή, γεωγραφία>> (σελ. 9), αποτυπώνοντας έτσι την πρόθεση του ποιητή να περάσει από την << ακρόαση>>  της γης και του κόσμου (στη φωτογραφία του εξωφύλλου) στην αυτεπίγνωση και την κατάθεση των προσωπικών συναισθημάτων και στοχασμών. Σαν το έξω να μεταφέρεται εντός,  και στη συνέχεια το εντός εξωτερικεύεται με διαύγεια, ώστε  να  κάνει μέτοχο τον αναγνώστη.

Ο Γιάννης Δούκας ταξιδεύει σε πολλές  γενιές. Συναντιέται με τη γενιά των γονιών του, τη γενιά του Πολυτεχνείου, στο ποίημα με τίτλο Γέροι της Σιδώνος. Είναι πικρά αληθινές οι διαπιστώσεις του και θλιβεροί οι συλλογισμοί του. Ο τόνος του, όμως, αν και αποπνέει ορμή και νιάτα, είναι συμπονετικός. Υπερβαίνει  την ηλικία του και <<διαλέγεται>> μαζί μας με τη γενναιοδωρία και την επιείκεια  των ώριμων  και τη γλυκύτητα των σοφών και έμπειρων, διατηρώντας ωστόσο την καθαρότητα της νιότης του.

<< Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν

        Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν>>. (σελ.30)

Όταν, όμως, επικοινωνεί με την σκοτεινή Ελλάδα της εποχής του εμφύλιου, η φωνή του ποιητή γίνεται σπαρακτική.  Οι λέξεις , κυρίως ουσιαστικά , παρατάσσονται η μια δίπλα στην άλλη σαν να αφηγούνται τη μοίρα των ηρώων, υπηρετώντας  την  πυρέσσουσα, ορμητική και τρικυμισμένη ματιά του .

<<Το σφυρί, το δρεπάνι, ο τουρβάς με τ’ αλάτι                                                  

           Ο σουγιάς, ο λαιμός, τα μαλλιά, το κεφάλι >> (σελ. 56)  χτυπούν άγρια την ψυχή μας και δοκιμάζουν την ευαισθησία μας. Το φαράγγι του Φάγγου , όπου στην τελευταία  στροφή του  συνδυάζονται  ο σαρκασμός  της οδύνης που ξεγυμνώνει τους θύτες και η παραπονεμένη συγκίνηση που ανακαλεί την << Λευτεριά>>, αιφνιδιάζει δυναμικά τον επαρκή αναγνώστη, που αναγνωρίζει στους στίχους μια μνήμη φορτισμένη συγκινησιακά, αν και δευτερογενή. Η ποίησή του  θυμίζει σημαντικούς ποιητές του παρελθόντος, ακόμη και της αριστεράς, που τα πολυε-πίπεδα κείμενά τους απευθύνονταν σε όλους, κι ας μην κατανοούσαν όλοι τα ίδια πράγματα. Στο είδος της, η ποίηση του Γ. Δούκα , τουλάχιστον σε ένα κομμάτι της,  μπορεί να θεωρηθεί στρατευμένη  με την ευρύτερη και ευγενέστερη έννοια του όρου, καθώς δεν είναι διόλου ερμητική. Επιπλέον, ο ποιητής  διαθέτει μια ιδιότητα που  σπάνια συναντάς σε νέους δημιουργούς, μια που  δεν είναι μόνο ο λογοτέχνης που εκφράζει το δικό του κόσμο,  το δικό του συναίσθημα και στοχασμό, αλλά, παρά το συχνά <<παιγνιώδες>> ύφος του, διαδραματίζει κι έναν άλλο ρόλο. Παρεμβαίνει ως σχολιαστής και επιχειρεί να δώσει απαντήσεις . Φαίνεται ότι είναι πρόδρομος ή μπροστάρης μιας ποιητικής γενιάς που σκέφτεται και αγωνίζεται. Δεν φοβάται, λοιπόν, να επιλέξει σε κάποιους στίχους τη φωνή μιας  <<στρατευμένης>>  τέχνης, που γεφυρώνει χρονικά εποχές απομακρυσμένες μεταξύ τους.

Άλλωστε ο ποιητής κάνει έναν συνεχή διάλογο με τις περασμένες γενιές, γεγονός που με σαφήνεια υπενθυμίζεται στον αναγνώστη.  Στο τελευταίο   ποίημα της συλλογής, βαλμένο σοφά σε θέση εμβληματική, με τίτλο Zeitmaschine  ( σελ. 63 ) δηλώνεται καθαρά η σχέση παρελθόντος – παρόντος.

    <<Κι έγινε ο κόσμος σκαλωσιά για τη δική μας γύμνια                                      

      Σαν την παλιά αρματωσιά που μπήκε στις προθήκες                                    

     Μα κάθε νύχτα την φορά ο γερο-στρατιώτης                                                 

    Και στον καθρέφτη του μπροστά κοιτά και κουβεντιάζει                        

     Με τον νεκρό πατέρα του: Σε βρήκα και με βρήκες >>.

 

Ο ποιητής σε κάθε ταξίδι του ανακαλύπτει ένα πλούσιο υπέδαφος που το επεξεργάζεται πυκνά  και  παρόλο που διατυπώνει  προσωπικούς στοχασμούς και συνειρμούς, κατορθώνει με μοναδική δεξιοτεχνία να τα μοιράζεται με τον αναγνώστη με μύριους τρόπους : άλλοτε επικαιροποιώντας,  άλλοτε αναπλάθοντας την πραγματικότητα (βλ. Ο Ιντιάνα Τζόουνς στο Ιράκ, σελ.60 ) και άλλοτε <<παραχαράσσοντας>>  (άλλο υπέροχο παιχνίδι κι’ αυτό!).

Η ποίηση, αν δεχτούμε ότι δεν είναι μόνο για να διαβάζεται, αλλά και για να ακούγεται, άλλωστε έχει στην υφή  και την εξέλιξή της την έννοια της προφο-ρικότητας, υπηρετείται απόλυτα από τον ποιητή, ο οποίος έχει σπουδάσει φιλο-λογία και έχει  επηρεαστεί γόνιμα από τον πλούτο της φιλολογικής επιστήμης.                Ο Γ. Δούκας γράφει επιλέγοντας  την  παραδοσιακή μορφή στίχου, με ομοιοκαταληξία, που θυμίζει, ίσως, παλιότερες εποχές. Είναι, όμως, ποίηση αληθινή, καθόλου επιτηδευμένη, ενισχυτική του νοήματος, και γι’ αυτό ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διαβάζει ένα πολύ μοντέρνο κείμενο, καθώς το  γλωσσικό υλικό παίρνει μια άλλη δυναμική.

Το Σύνδρομο Σταντάλ (εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2013), τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Γ. Δούκα, κυριολεκτικά την διάβασα απνευστί. Σαν να με είχε καταλάβει μια αναγνωστική βουλιμία. Κυκλοφόρησε πρόσφατα, πριν τρεις μήνες. Πρωτότυπος και ενδιαφέρων ο τίτλος, δάνειο  από την ορολογία  της ψυχοπαθολογίας. Εδώ ο ποιη-τής, περιπατητής στους δρόμους της Αθήνας, του Λονδίνου, της Βουδαπέστης, της Βαρκελώνης, του Δουβλίνου συνομιλεί με  αγάλματα του δημόσιου αστικού χώρου. Συναντιέται με πρόσωπα του μύθου, της ιστορίας, της λογοτεχνίας, με ανώνυμους. Ο δημόσιος χώρος αγκαλιάζει πολλούς και ετερόκλητους, όλους εμάς. Χαρακτη-ρίζεται από ευρύτητα, συλλογικότητα,  αντιθέσεις και συνθέσεις. Διαμορφώνει αισθητική, δημιουργεί περιβάλλοντα, αποκαλύπτει προθέσεις, προκαλεί συνειρμούς. Αυτός ο χώρος με την πολυπλοκότητά του φαίνεται ότι ευαισθητοποιεί  ιδιαίτερα τον ποιητή. Αποδεικνύεται, λοιπόν,  ότι και στη δεύτερη ποιητική συλλογή ο ποιητής  επικοινωνεί με τον κόσμο και τον αναγνώστη, την εποχή του και όλες τις εποχές, είναι ανοιχτός και πρόθυμος να δει γύρω του και δεν περιορίζεται σε ασφυχτικές προσωπικές βυθομετρήσεις ομφαλοσκόπησης.

          << Το θέμα εικαστικό, μα όχι μόνο,

               είναι και πώς βιώνουμε την πόλη,

              μοιάζουμε κι αποκλίνουμε…>> (Δοκίμιο περί δημόσιας τέχνης, σελ. 34). Ενδιαφέρον σ’ αυτήν την ποιητική συλλογή παρουσιάζει η πρόθεση, που δεν είναι, βέβαια καθόλου περιγραφική.  Πουθενά δεν περιγράφεται η προτομή, το άγαλμα, η πολυπρόσωπη σύνθεση. Το εικαστικό έργο δεν μεταπλάθεται  σε λέξεις, όπως θα φανταζόταν κάποιος. Πουθενά ο αναγνώστης δεν μετατρέπεται σε θεατή. Πουθενά δεν συναντάς τη λεκτική απόδοση της οπτικής εικαστικής δημιουργίας. Αντίθετα, ο αναγνώστης  συναντιέται με  το απόσταγμα της ευαισθησίας του δημιουργού – ποιητή.

          <<Στεφάνους καταθέτουμε και κλαίμε,

             Μα είμαστε ό,τι θάβουμε, ό,τι καίμε>>. (σελ. 61 )

Από άποψη μορφής υπάρχει κι εδώ ο κλασικός στίχος με μέτρο και ομοιοκαταληξία, ο κλασικός – μοντέρνος, θα έλεγα. Η συλλογή περιλαμβάνει 53 δεκατετράστιχα ποιήματα ( 4,4,4,2 ) ομοιόμορφης και δύσκολης δομής που θυμίζουν, αλλά δεν είναι,  σονέτα. Σαν να υπονομεύεται η κλασική μορφή του σονέτου και συγχρόνως σαν να ανανεώνεται.

Να σας εκμυστηρευτώ ότι αυτά τα δυο βιβλία έφτασαν στα χέρια μου με έναν τρόπο  μαγικό και απρόσμενο. Τα βρήκα ένα ηλιόλουστο χειμερινό πρωινό στο γραμματοκούτι  να με περιμένουν. Ήταν ένα σημαντικό δώρο για μένα, σταλμένο από μια εξέχουσα προσωπικότητα των γραμμάτων μας, έναν  γλυκό και στιβαρό, σεμνό και δημιουργικό, δωρικό,  αδιάφθορο και ασυμβίβαστο άνθρωπο.  Υπάρχουν ακόμη μερικοί στον τόπο μας, δεν τους συναντάς μόνο στις ιστορίες. Και είναι οι αν-θρωποι που μας βελτιώνουν, μας μαθαίνουν, μας δείχνουν την ουσία. Κι εμένα μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω μια σημερινή σημαντική ποιητική φωνή, ιδιότυπα στρατευμένη, γεμάτη εσωτερικότητα, αλλά και κοινωνική ευαισθησία. Την ποίηση του Γ. Δούκα αξίζει να την διαβάσετε. Η ανάγνωση θα μετατραπεί σε μια γοητευτικά περιπετειώδη διαδρομή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: