Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ

Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ του Τζόναθαν Κόου, Πόλις, 2020

Ο τίτλος του μυθιστορήματος μας προσανατολίζει θεματικά. Ένας σύγχρονος κοινωνικός συγγραφέας,  ο Τζόναθαν  Κόου (1961) και ένας παλαιότερος διάσημος σκηνοθέτης, ο Μπίλι Γουάιλντερ (1906-2002), συναντιούνται νοερά. Ο πρώτος, ο συγγραφέας,  καταγράφει με ελλειπτικές εικόνες και τεθλασμένη αφήγηση τη  ζωή  τού δεύτερου. Συχνά η ιστορία ενός ανθρώπου μπορεί να συμπυκνώσει την ιστορία ενός ολόκληρου κόσμου και μιας κοινωνίας που εξελίσσεται. Γι΄αυτό  ο Γουάιλντερ παρουσιάζει τόσο ενδιαφέρον για έναν συγγραφέα με  κοινωνική ματιά,  καυστική πένα και συγκλονιστικές πολιτικές προσεγγίσεις ( Τι ωραίο πλιάτσικο!, Η Μέση Αγγλία), όπως ο Τζ. Κόου.

Με τη ματιά της Εύης Ζερβού Καλλιακούδη

Ο  Μπίλι Γουάιλντερ  τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60 μεσουρανούσε στο χώρο της έβδομης τέχνης, στην Αμερική. Ο  Κόου τον ανακάλυψε ως έφηβος θεατής ,  όταν είδε την κινηματογραφική ταινία  Η Γκαρσονιέρα (1960) με τον Τζακ Λέμον και την  Σίρλεϊ Μακ Λέιν. Έκτοτε έγινε «αφοσιωμένος οπαδός»  του. Τελευταία είδε και ξαναείδε τις ταινίες του, διάβασε τις συνεντεύξεις του, συνομίλησε με ανθρώπους, μελέτησε βιβλία,  και με  συναισθηματισμό, κατανόηση και επιείκεια  ολοκλήρωσε σε διάστημα επτά μηνών  μια εμπνευσμένη βιογραφική  μυθοπλασία , ακροβατώντας με τη γνωστή δεξιοτεχνία του ανάμεσα στο πικρό και το εύθυμο.

Ο συγγραφέας επέλεξε ως αρωγό – εσωτερική αφηγήτρια την  Ελληνοαγγλίδα Καλλιστώ, που με πλήθος αφηγηματικών αναδρομών, δίνει εικόνες, ανάλαφρες ή θλιβερές,  από τη ζωή του Γουάιλντερ. Το επικείμενο ταξίδι της κόρης της Άριαν,  για σπουδές στην Αυστραλία, κινητοποιεί έντονα τα μονοπάτια τής μνήμης της. Η ώριμη ηλικιακά Καλλιστώ θυμάται το πρώτο δικό της νεανικό ταξίδι αναψυχής, όταν,  το καλοκαίρι του 1976, με ένα σακίδιο στην πλάτη ξεκινά από το αεροδρόμιο της Αθήνας για το Λος Άντζελες. Εκεί, τύχη αγαθή, συναντάει τυχαία τον Γουάιλντερ  και την επόμενη χρονιά όλα αλλάζουν στη ζωή της.

 Ο σκηνοθέτης, ήδη 72 ετών,  πρόκειται να γυρίσει την ταινία Fedora. Το σενάριο αφορά μια κορυφαία, γερασμένη πια και ξεχασμένη,  ηθοποιό,  που δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με το χρόνο.  Ζει απομονωμένη, σχεδόν κρυμμένη, και ξεχασμένη. Ο φόβος των γηρατειών της και η λησμονιά που βιώνει αντικατοπτρίζει μια πτυχή του Γουάιλντερ, που δεν  βρίσκει πια εύκολα χρηματοδότες για τις ταινίες του, καθώς οι καλλιτεχνικοί κύκλοι και το κοινό,  τουλάχιστον στην Αμερική,  προτιμούν νεότερους σκηνοθέτες .

Διαισθάνεται κανείς  πως  η Fedora, η ηρωίδα της ταινίας,  είναι το προσωπείο  τού σκηνοθέτη, που νιώθει πια ότι ο χρόνος περνάει, δεν είναι απεριόριστος.   Ένα κρυφό νήμα τον συνδέει μαζί της και επιθυμεί διακαώς να γυρίσει την ταινία προσπαθώντας  να βρει χρηματοδότες. Οι παραγωγοί βρέθηκαν τελικά στη Γερμανία, τη χώρα του προσωπικού του τραύματος,  και όχι στο Χόλυγουντ.

  Μερικά πλάνα τής ταινίας θα γυριστούν στην Ελλάδα, την Κέρκυρα και τη Λευκάδα. Η νεαρή Καλλιστώ προσλαμβάνεται αναπάντεχα ως διερμηνέας. Θα ταξιδέψει στο Μόναχο και στο Παρίσι. Θα ζήσει με ενθουσιασμό τον πυρετό των γυρισμάτων, θα παίξει αυτοσχεδιάζοντας στο πιάνο, θα γνωρίσει σπουδαίους ηθοποιούς, τον Αλ Πατσίνο (1940),  την πρωταγωνίστρια  Μάρθα Κέλερ (1945), την Γερμανίδα  Χίλντεγκαρντ Κνεφ (1925-2002), τον συνθέτη μουσικής για ταινίες Μίκλος Ρόζα (1907-1995), τον σεναριογράφο Ιζ  Ντάιαμον. Το βράδυ, όταν τελειώνει το γύρισμα,  όλο το συνεργείο διασκεδάζει, ακούγοντας  μουσική,  πίνοντας και κουβεντιάζοντας.

Αν η Fedora της ταινίας είναι το προσωπείο του Γουάιλντερ, η Καλλιστώ του βιβλίου, αφελής, καλοπροαίρετη και συνεσταλμένη, είναι το alter ego του συγγραφέα σε νεανική ηλικία. Και οι δυο λατρεύουν το διάβασμα και τη μουσική. Ο Τζ. Κόου μάλιστα στα νεανικά του χρόνια έπαιζε μουσική σε μια μπάντα.  «Η ηρωίδα είναι μια εκδοχή του εαυτού μου. Αν εξαιρέσεις το ότι είναι γυναίκα, είναι ακριβώς όπως ήμουν εγώ στα είκοσι», εκμυστηρεύτηκε ο συγγραφέας, θυμίζοντας τον Φλομπέρ, που έλεγε «η μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ».

Η ζωή της αφηγήτριας, που βρίσκεται σε σχέση αντιστροφής με τη ζωή του Γουάιλντερ, -εκείνη στην ανατολή της δημιουργικότητας, εκείνος στη δύση-,   εμπλέκεται  με την ιστορία του σκηνοθέτη. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της   διακλαδίζεται  σε ένα πλήθος επιμέρους αφηγήσεων, που αποκαλύπτουν το ιστορικό και  προσωπικό  τραύμα τού αυστροεβραϊκής καταγωγής σκηνοθέτη, που έφυγε νέος από τη ναζιστική Γερμανία για να σωθεί.

 Ο  Κόου, επιστρατεύοντας την ευαίσθητη κοινωνικοπολιτική ματιά του, που εδώ  επανέρχεται το ίδιο διεισδυτική όπως και στα παλιότερα έργα του, υπενθυμίζει την ιστορία του Ολοκαυτώματος.   Καταγράφει συγκλονιστικά τον ξεριζωμό και το γκρέμισμα της ζωής των ανθρώπων: επινοεί ένα κινηματογραφικό σενάριο,  που το εκφωνεί ο ίδιος ο Γουάιλντερ  ένα βράδυ σε ένα τραπέζι δείπνου. Είναι η   στιγμή που ένας νεαρός  Γερμανός συνδαιτημόνας αποπειράται  να αναθεωρήσει και να ωραιοποιήσει την ιστορία του ναζισμού, προχωρώντας στην ολοκληρωτική αποποίηση της ευθύνης του γερμανικού λαού.

Η ιστορία του Γουάιλντερ συνδέεται με την απώλεια των αγαπημένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ένα ανεπούλωτο τραύμα , που προσπαθεί να το ξορκίσει  βλέποντας ατέλειωτες πομπίνες με ντοκουμέντα της ναζιστικής θηριωδίας αναζητώντας ένα πτώμα, ένα νεκρό σώμα.  «Πού είναι η μητέρα μου», ρωτάει ο Γουάιλντερ  τον νεαρό Γερμανό.

Το μυθιστόρημα του Κόου είναι μια  αφήγηση ποταμός. Είναι μια μεγάλη ιστορία που συγκροτείται από πολλές μικρότερες: την  ιστορία της Καλλιστώς, την ιστορία του σκηνοθέτη, την ιστορία των ταξιδιών (σπουδών, αναψυχής, ξεριζωμού), την ιστορία του Ολοκαυτώματος, την ιστορία του χρόνου που κυλάει, αυτήν των κινηματογραφικών γυρισμάτων…

Σαν να υπάρχουν πολλοί αφηγηματικοί  μίτοι, που ο Κόου σκόπιμα τους πλέκει, οδηγώντας τον αναγνώστη με μαστοριά και δεξιοτεχνία σε έναν  λαβύρινθο. Ταυτόχρονα  μας προσφέρει την ελευθερία να σταθούμε σε όποια ιστορία επιλέξουμε και να βρούμε ψηφίδες της δικής μας ιστορίας.  Ένα πολυδιάστατο βιβλίο, ανοιχτό σε διαφορετικού είδους θεωρήσεις που μπορούμε να το διαβάσουμε όπως νιώθουμε: ως σύνολο ατομικών ιστοριών, ως καταγραφή ντοκουμέντων , ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης, ως αποσπασματική ιστορία του κινηματογράφου, ως συλλογική Ιστορία, ως …

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: