Η μετακόμιση της συλλέκτριας

της Αλεξάνδρας Ζερβού

 Η μετακόμιση της συλλέκτριας

Ξόδευε τις οικονομίες της, με γνώση,

για χειροποίητα χαλιά, βαριά κλειδιά,

για ζυγαριές και κεντητές μαντήλες.

Συναλλασσόταν μ’ έντιμους αρχαιοπώλες,

στηλίτευε την κλεπταποδοχή.

Παρέμενε, πεισματικά, σοφή κι ενάρετη,

μα, με δυσχέρεια στις μετακομίσεις,

 στεγάστηκε στο στοιχειωμένο πατρικό.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η μετακόμιση της συλλέκτριας» →

Βιβλία για εφήβους

της Αλεξάνδρας Ζερβού

Βιβλία για εφήβους

Ως εισαγωγικά «ενηλικίωσης»,

«ευπώλητα» και «πολυβραβευμένα»,

να νανουρίζουν  τους γονείς,

 με τέλος αίσιο, κι ας λένε

 όλο για εκφοβισμούς,

 κακοποιήσεις και συνομωσίες!

Μην τα πιστεύετε!

Να παρακολουθείτε τις ειδήσεις

και να διαβάζετε συχνά τους κλασικούς!

Μετανάστευση

της Αλεξάνδρας Ζερβού

Μετανάστευση

Τώρα,

που  ικετήριες πυρές

μάς καίνε τα σπαρτά

 και  οι σταγόνες των καθαρμών

φαρμάκωσαν τη φετινή σοδειά,

οι άριστοι της πόλης μας,

μεσίτες,  τελετάρχες, αργυραμοιβοί,

μετρούν  κι υπολογίζουν.

Τώρα,

 οι  θυγατέρες μας κι οι γιοί μας

έδεσαν μπογαλάκι

τα παιδικά σεντόνια  τους

κι έφυγαν.

Η εικαστική σύνθεση είναι της Κορεάτισσας Κιμσούτζα (1957) και έχει τίτλο bottari.

Άγγελος εκπεσούσα

της Αλεξάνδρας Ζερβού

 Άγγελος  εκπεσούσα

Άφυλη, ασώματη

 και διψασμένη

-ποιος θα της έδινε νερό-.

Όλο να υμνεί,

να υπηρετεί,

 να μεταφέρει

 βαρύτατα μηνύματα.

Τουλάχιστον,

 η πτώση της ήταν ελεύθερη.

Κασσάνδρα 2

της Αλεξάνδρας Ζερβού

Κασσάνδρα ΙΙ

Εκείνη κραύγαζε

να γίνουν όσα πρέπει:  

διαπραγματεύσεις,

 καθαρμοί κι οχύρωση.

Υπέρβαρη και μονοσάνδαλη,

με μάγουλα αιματώδη

και φωνή παιδιού,

 δεν έπειθε.

Όταν επαληθεύτηκε,

την λιθοβόλησαν.

Θέλω να πω …

της Σταυρούλας Ρεσβάνη

Θέλω να πω….    
Καλοσύνη
Δικαιοσύνη
Ομορφιά
Τις θυμάμαι αυτές τις λέξεις.
Όταν νικούσαν οι καλοί,
όταν ανέβαιναν ψηλά,
πετούσαν πάνω από την οθόνη του σινεμά
ή μέσα από τις διηγήσεις των παραμυθιών,
αυτών που με άφηναν να διαβάζω
  Θέλω να πω
τις δικές μου ιστορίες,
όπου οι λέξεις αυτές ανασταίνονται.
Χορεύουν με την αλήθεια γύρω μου.
  Θέλω να πω
να πάψουν πια να είναι αστερόσκονη
σε όνειρο παιδικό.
  Θέλω να πω
πως το καταστάλαγμα ήρθε.
  Θέλω να πω
πόσο η γνώση εξαφάνισε τις ψευδαισθήσεις.
Τώρα κρατώ στα ακροδάχτυλά μου την υφή,
στις παλάμες την απόφαση.
Αγκαλιάζω βεβαιότητες .
Κανείς δε μας χαρίζει.
  Θέλω να πω
Οι πράξεις σπρώχνουν τις λέξεις
να γίνουν σημαίες κι αργότερα βηματισμός
  Θέλω να πω
«Πάμε μαζί στην αυλή του φθινόπωρου»


     

Μονόφτερη

Μονόφτερη

της Αλεξάνδρας Ζερβού

Μ΄ένα μοναδικό μολύβι μαύρο,

ζωγράφιζε, νυχθημερόν,

εφτάχρωμη την ίριδα

και πλήθος παρδαλά πουλιά,

στο περιτύλιγμα των συγγραμμάτων.

Παρέμεινε αναλφάβητη.

Μονόφτερη, πετούσε στα ψηλά,

χωρίς διακοπή, για δεκαετίες.

Φοβότανε να σταματήσει,

μη συρθεί κατάχαμα.

Δεν έμαθε ποτέ να περπατάει.

Εκ του αποτελέσματος

Εκ του αποτελέσματος

της Αλεξάνδρας Ζερβού

Λογάριασες πως επαρκούσε ο πηλός

για το σταμνί και για το στρογγυλό πετρόχτιστο

και για το σώμα σου σε σχήμα γυναικείο,

χωρίς γωνίες κι αιχμές, χωρίς οξύτητα.

Με δοκιμές και τέχνη κι υπολογισμούς,

έφτασαν και περίσσεψαν, η λάσπη

κι οι λίθοι του αναθέματος.

Γανυμήδης

της Χαράς Πρεβεδώρου

Γανυμήδης

Καθόταν στην Ομόνοια.

Άνοιξη χωρίς λουλούδια,

μόνο καλλιτεχνήματα από σίδερο.

Ένιωθε τις θωπείες τού αέρα ζωντανές

και τους ψιθύρους του:

«Πώς σε λένε;»

«Γανυμήδης, γιος του Τρωός»,

εκπάγλου καλλονής,

ελληνικό προφίλ, τρυφερό δέρμα.

Αν του φορούσες πέπλα,

θα τον περνούσες για κορίτσι.

Δυο θεϊκά μάτια αιωρούνταν στον αέρα,

τον χάιδευαν.

Γέμισε το κορμί του ερωτικούς χυμούς.

Τρόμαξε όπως τρομάζουν οι ερωτευμένοι

και όπως υπακούουν υπάκουσε.

Εξαφανίστηκαν ύστερα.

Ο γνωστός θνητός σφάδαζε στην άσφαλτο.

Τον κλοτσούσαν, τον έφτυναν, τον μαχαίρωναν.

Εκείνος ήταν στον δρόμο για τον Όλυμπο.

.

Δημιούργησε έναν Ιστότοπο ή Ιστολόγιο στο WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑