Σημειώσεις για αμφίδρομες συναντήσεις

                         

                           Λογοτεχνία – Κινηματογράφος  

            Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος φαίνεται ότι έχουν μια συνάφεια, καθώς οι δρόμοι τους συχνά διασταυρώνονται. Λογοτεχνικά κείμενα πολλές φορές τροφοδοτούν,  θεματικά, τον κινηματογράφο. Και οι δυο μορφές τέχνης, άλλωστε, αφηγούνται ιστορίες, η κάθε μια  με το δικό της τρόπο και με πολύ διαφορετικά μέσα…

                Πολλές Οδύσσειες, πολλούς Τρωικούς πολέμους, αρκετούς  Όλιβερ Τουίστ και άλλες τόσες Μικρές Κυρίες έχουμε δει στη μεγάλη οθόνη. Το έργο τελειώνει, ανάβουν τα φώτα, και όσοι θεατές ήδη έχουν υπάρξει αναγνώστες, συνήθως    αναρωτιούνται: Η κινηματογραφική μεταφορά απέδωσε πιστά το λογοτεχνικό έργο; Μήπως το πρόδωσε; Πώς από ένα σπουδαίο έργο προέκυψε μια τόσο μέτρια ταινία;  Διατυπώνοντας τέτοιoυ είδους ερωτήματα ίσως  ξεχνάμε ότι ο κινηματογράφος συνδέεται με μια γόνιμη, αλλά, ταυτόχρονα, και με μια πολύ παράξενη σχέση με τη λογοτεχνία, καθώς  έχει τη δυνατότητα να την προσεγγίζει με αρκετή πιστότητα ή, αντίθετα, έχει το δικαίωμα να απομακρύνεται πολύ από το αρχικό κείμενο. Άλλωστε η οπτική του σκηνοθέτη είναι ένα ακόμη βλέμμα ενός ακόμη αναγνώστη.   

               Ξέρουμε, βέβαια,  ότι ο κόσμος της λογοτεχνίας διαφέρει πολύ από τον κόσμο του κινηματογράφου. Πλοκή, δράση, ήρωες, σκέψεις, αισθήματα, τόποι, χρονικό στίγμα αποτυπώνονται στη λογοτεχνία με  λέξεις. Στην  κινηματογραφική τους εκδοχή καταγράφονται με εικόνες, σε συνδυασμό με μουσική και ήχους. Ο λογοτέχνης,  γράφοντας το κείμενό του, διανύει μια μοναχική πορεία. Και, κυρίως,  δεν τον ενδιαφέρουν τα πάντα. Αυτό είναι ήδη απελευθερωτικό. Έχει την πολυτέλεια να εκφράζεται με πολλά λόγια ή ελλειπτικά.  Έχει το δικαίωμα να εξηγεί ή να  αποσιωπά. Επιλέγει ο ίδιος, καθώς δουλεύει μόνο με τον εαυτό του, το στυλ της γραφής. 

            Ο σκηνοθέτης, όμως, μετασχηματίζοντας και οπτικοποιώντας το λογοτεχνικό κείμενο,  συνεργάζεται με μια πολυπρόσωπη ομάδα από καλλιτέχνες και τεχνικούς  (σκηνογράφο, ενδυματολόγο, ηθοποιούς, συνθέτη, ιστορικό σύμβουλο, εικονολήπτη) και αφηγείται τα πάντα. Ο κινηματογράφος είναι μια συλλογική δημιουργία.  Ο σκηνοθέτης με την ομάδα του υποχρεούται να αναπαραστήσει την εποχή, να επιλέξει το χώρο και το σκηνικό, να συμφωνήσει με τον ενδυματολόγο, να βρει διάκοσμο για  τους εσωτερικούς  χώρους, να εγκρίνει τη μουσική. Τον ενδιαφέρουν, λοιπόν, όλα τα στοιχεία των χώρων και της εποχής, γιατί η κινηματογραφική αφήγηση απαιτεί, από τη φύση της, πολλές λεπτομέρειες. Έχει, βέβαια,  και ο σκηνοθέτης τον δικό του βαθμό ελευθερίας. Είναι ελεύθερος να αφαιρέσει σκηνές του κειμένου, να προσθέσει άλλες, να μετασχηματίσει,  να αποφασίσει αποκλίσεις σε σχέση με το κείμενο ή να το ακολουθήσει επιλέγοντας συγκλίσεις.   

           Γι΄ αυτές τις διαφορές λογοτεχνίας – κινηματογράφου έγραψε με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο σε άρθρο του ο γνωστός και  πολυδιαβασμένος πια συγγραφέας Τζων Φόουλς (T. Fowles, 1926-2005, συγγραφέας του Συλλέκτη, της Γυναίκας του Γάλλου υπολοχαγού/υποπλοιάρχου), που έργα του διασκευάστηκαν από  την έβδομη τέχνη.

 «Υπάρχουν εκατοντάδες πράγματα που μπορεί να κάνει το μυθιστόρημα,  αλλά όχι ο κινηματογράφος. Το σινεμά δεν μπορεί να ξεφύγει από το θέμα, και πάνω απ΄όλα δεν μπορεί να αποκλείσει τίποτα. Αυτή είναι η ιδιοτυπία του κινηματογράφου. Είναι κανείς υποχρεωμένος να έχει  μια συγκεκριμένη καρέκλα, συγκεκριμένα ρούχα, συγκεκριμένη διακόσμηση. Σε ένα μυθιστόρημα μπορεί κανείς όλα αυτά να τα αγνοήσει.  Ο λογοτέχνης ό,τι πρέπει να δώσει είναι λίγος διάλογος. Αυτό το  σημείο είναι που δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι του κινηματογράφου, ότι δηλ. δεν είναι ανάγκη να στήσεις ολόκληρη τη σκηνή. Η απόλαυση κατά τη συγγραφή των μυθιστορημάτων βρίσκεται σε αυτό που μπορείς να παραλείψεις σε κάθε  σελίδα , σε κάθε φράση»1            

       Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η γλώσσα της γραφής και η γλώσσα του κινηματογράφου είναι στην πραγματικότητα ανεξάρτητες δημιουργίες με ιδιαίτερο ρυθμό,  διαφορετικές αποχρώσεις και, βέβαια, εκ διαμέτρου αντίθετες, τις πιο πολλές φορές,  επιδιώξεις. Με τον ίδιο τρόπο η ανάγνωση της λογοτεχνίας διαφέρει από την κινηματογραφική ανάγνωση. Ωστόσο, παρά τις εμφανείς διαφορές τους, συχνά ο κινηματογράφος ωθεί τον θεατή να γίνει αναγνώστης, όπως και, αντίστροφα, το λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για να δει ο αναγνώστης μια ταινία.

     Η σχέση θεατή και αναγνώστη είναι δυναμική και πολύπλοκη. Καμιά φορά οι καλοί θεατές γίνονται και καλοί αναγνώστες, χρωστώντας  την αγάπη τους για  κάποιον συγγραφέα σε έναν σκηνοθέτη. Πολλοί της γενιάς μου, νομίζω, οφείλουμε την όποια αγάπη μας για τον  Σαίξπηρ στον Φράνκο Τζεφιρέλι (1923-2019) (Ρωμαίος και Ιουλιέτα-1968, Οθέλλος-1986, Άμλετ-1990). Φανταστείτε μια ταινία να σε οδηγεί σε ένα βιβλίο!                                                      Άλλες φορές πάλι ξεκινώντας από το κείμενο, καταλήγαμε στην ταινία. Διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε ένα βιβλίο τσέπης με τίτλο Χιροσίμα Αγάπη μου (1959). Ήταν το –  λογοτεχνικών αξιώσεων – σενάριο της Μαργκερίτ Ντυράς ( Marguerite Duras 1914- 1996). Η ομώνυμη μαυρόασπρη ταινία σε σκηνοθεσία του Αλέν Ρενέ (Alain Resnais, 1922-2014) αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου κι εμείς ξενυχτούσαμε συζητώντας και αναλύοντας. Ατέρμονες νεανικές προσεγγίσεις στα χρόνια των αναζητήσεων!                          

Κάποιες φορές γνωρίζαμε συγγραφείς παρακολουθώντας την κινηματογραφική εκδοχή του έργου τους. Πολλοί  θεατές ανακαλύψαμε τον Ρώσο συγγραφέα Μπόρις Πάστερνακ (1890-1960) και πληροφορηθήκαμε τα γεγονότα που σχετίζονταν με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, βλέποντας την εμπορική ταινία Δόκτωρ Ζιβάγκο (1965) σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Λιν.                                                       

Κι όταν κάποτε είδαμε την ποιητική ταινία του Λουκίνο Βισκόντι (1906-1976)  Θάνατος στη Βενετία  (1971), μια ταινία που ποτέ δεν ξεχνιέται, αναζητήσαμε τη μετάφραση της ομώνυμης νουβέλας τού Τόμας Μαν (1875-1955) από τον Άρη Δικταίο (εκδόσεις Ζαχαρόπουλου,  19711). Τότε διαπιστώσαμε τις αριστουργηματικές σκηνοθετικές παρεμβάσεις του Λ. Βισκόντι. 

Σκέφτομαι ότι συμβαίνει κάποιες φορές και το αντίθετο, ο κινηματογράφος δηλ. να  τροφοδοτεί τη λογοτεχνία. Στη Ζυράννα Ζατέλη φαίνεται ότι το φαντασιακό της σύμπαν ως παιδί, διαμορφώθηκε από ταινίες, που έβλεπε στον κινηματογράφο που διατηρούσε ο πατέρας της, στο Σοχό Θεσσαλονίκης. Ανέβαινε «σε μια μικρή σκάλα και ανάμεσα από δυο κάγκελα» παρακολουθούσε όλες τις ταινίες. Συγγραφέας πια, στην Αθήνα, εξακολουθεί να αγαπάει τον κινηματογράφο. Μέσα σε μια χρονιά μπορεί να δει πάνω από 100 ταινίες. Στα Τετράδια ονείρων (2017)  αναδύεται ένας κόσμος, όπου συνωθούνται τα πάντα, ασυνείδητο, βίωμα, πραγματικός κόσμος και η συγγραφέας συνομιλεί με ήρωες των βιβλίων της, με αληθινούς ανθρώπους, με ήρωες  ταινιών.

Και στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία συναντούμε ανάλογες περιπτώσεις. Στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Ο κ. Γουάιντερ κι εγώ (2020),  ο Τζόναθαν Κόου καταπιάνεται με την ιστορία τού εβραϊκής καταγωγής Αυστριακού  σκηνοθέτη Μπίλι Γουάιλντερ (Billie Wilder, 1906-2002), ο οποίος πρόλαβε και έφυγε για την Αμερική πριν από την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία. Τον σκηνοθέτη, που μεγαλούργησε στο Χόλυγουντ, παρακολουθεί ο συγγραφέας στη διάρκεια των γυρισμάτων της προτελευταίας του ταινίας με τίτλο Φεντόρα (1978). Ο Γουάιντερ, τότε, βρισκόταν στη δύση της καριέρας του. Ίσως γι΄αυτό τον απασχολεί η έννοια του χρόνου. Η γραφή του Κόου, που είναι σχεδόν κινηματογραφική, εμπεριέχει τη σεναριακή αφήγηση του σκηνοθέτη, που έβλεπε άπειρες μπομπίνες από ντοκιμαντέρ, καθώς αναζητούσε σπαράγματα μαρτυριών για την οικογένεια που έχασε. Ο συγγραφέας αναφέρεται σε λεπτομέρειες από το σύνολο της κινηματογραφικής δουλειάς του Γουάιντερ, παρακολουθεί τους τόπους,  (ανάμεσά τους και ελληνικά τοπία)  και τα σκηνικά, καθώς αναπαράγει τη διαδικασία των γυρισμάτων της Φεντόρας.

Πολλές οι πτυχές της πολυεπίπεδης σχέσης λογοτεχνίας και κινηματογράφου. Γόνιμος ο διάλογος σκηνοθέτη με το λογοτεχνικό κείμενο. Αδιαχώριστη η ταυτότητα του αναγνώστη και του θεατή ταινιών. Άλλωστε τα διαβάσματα και οι ταινίες είναι συνήθειες που κουβαλάμε αδιαλείπτως.     

                    

   1Το απόσπασμα το διαβάζουμε στο βιβλίο του θεωρητικού της Λογοτεχνίας Fr. Stanzel,  Θεωρία της Αφήγησης, University Studio Press, 1999, σ. 191-192

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: