Χαρράγκα

Χαρράγκα –Αυτοί που καίνε τα χαρτιά τους του Mahi Binebine, Άγρα, 2019

Το πολύ αξιόλογο βιβλίο με τίτλο Χαρράγκα του αναγνωρισμένου διεθνώς Μαροκινού λογοτέχνη Mahi Binebine έχει τη δική του ιστορία. Το 1997, μια είδηση σε εφημερίδα της Ν. Υόρκης, όπου ζούσε τότε ο συγγραφέας, έδωσε το έναυσμα.

Με τη ματιά της Εύης Ζερβού Καλλιακούδη

«Όλα μου τα βιβλία έχουν ως σημείο εκκίνησης μια κραυγή θυμού. … Διάβασα στην εφημερίδα ότι κάθε μέρα υπήρχαν τρεις νεκροί στο στενό του Γιβραλτάρ», έχει δηλώσει ο Binebine. Ταξίδεψε ο ίδιος στην Ταγγέρη, είδε, κατάλαβε και άρχισε να γράφει. 

Τη δική του ιστορία έχει και ο τίτλος του μυθιστορήματος. Στα γαλλικά το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1999 με τον σκληρό τίτλο Cannibales (Κανίβαλοι). Οι κανίβαλοι και τα θηράματα, άνθρωποι  αδύναμοι και κατατρεγμένοι, είναι μια εικόνα ανατριχιαστική.                  Πώς να αντέξεις τον γαλλικό τίτλο; Θρυμματίζει όλες τις βεβαιότητές μας. Κουρελιάζει τις ψευδαισθήσεις μας. Πώς να αποδεχτείς ότι η βαρβαρότητα, ο κυνισμός και η απανθρωπιά συνυφαίνονται με τη ζωή; Αποδομούνται όλα τα ευρωπαϊκά ιδεώδη. Φαντάζει γκροτέσκο η ιστορία του διαφωτισμού και της γαλλικής επανάστασης. 

 Άνθρωποι ποινικοποιούνται μόνο για το χρώμα του δέρματος. Καταδιώκονται εξαιτίας της χώρας  προέλευσης. Ο Μόμο, ένα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, κατατρεγμένος μετανάστης που έζησε λαθραία στο Παρίσι, έβλεπε στους εφιάλτες του ότι το αφεντικό του κατέτρωγε σιγά σιγά τα  μέλη του σώματός του, με τη δική του συναίνεση. Ο κανιβαλισμός, μόνο (;) στα όνειρα, αποτελεί  κομβικό σημείο στο κείμενο.  

 Όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε στην Αγγλία, ο τίτλος αντικαταστάθηκε με τη  δηκτική και σπαραχτικά ειρωνική φράση Welcome to paradise (καλώς ήλθατε στον παράδεισο), που υπαινίσσεται τη διάψευση των προσδοκιών όλων των βασανισμένων και κυνηγημένων,   υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα  την Ευρώπη της αποικιοκρατίας. Η Ευρώπη δεν φαίνεται να είναι τόπος ασφαλής. Περισσότερο φαίνεται να είναι μια ακόμη ουτοπία.  

Επιτέλους, το μυθιστόρημα,  μετά από  20 χρόνια,  μεταφράστηκε και στα Ελληνικά. Ο τίτλος κάτι δηλώνει. Στην ελληνική έκδοση το μυθιστόρημα έχει τίτλο μια αραβική λέξη,  που επεξηγείται στον υπότιτλο: Χαρράγκα,  αυτοί που καίνε τα χαρτιά τους, φράση  περιγραφική, ιδεολογικά άχρωμη και συναισθηματικά ανώδυνη. Η συγκεκριμένη επιλογή δείχνει μια πρόθεση αποστασιοποίησης  από τους αιχμηρούς  τίτλους των ξένων εκδόσεων. Ταυτόχρονα αφήνει τον αναγνώστη ελεύθερο από έναν ισχυρά κατευθυντήριο τίτλο. 

Όσο διάβαζα, είχα την αίσθηση ότι διάλεξα ένα πολύ καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Και όταν το ολοκλήρωσα και το έφερνα στο μυαλό μου πάλι και πάλι, η αίσθηση έγινε πεποίθηση.    

Όλα συμβαίνουν στη διάρκεια μιας μόνον  νύχτας. Μια ομάδα απελπισμένων ανθρώπων από την Αφρική,  δίπλα στη θάλασσα, κοντά σε μιαν αναποδογυρισμένη βάρκα, περιμένει. Κρυμμένοι στο σκοτάδι αναμένουν το ταξίδι των μεγάλων προσδοκιών. Ο συγγραφέας σταματάει  στον λιγοστό  χρόνο  ανάμεσα στο πριν και το μετά, στο χρόνο –  μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο ζωές. Σπάνια, από όσο ξέρω, οι λογοτέχνες που γράφουν μυθιστόρημα με ανάλογη θεματική περιορίζουν τόσο πολύ τον πραγματικό χρόνο, εστιάζοντας το ενδιαφέρον τους,  χρονικά,  στο διάστημα λίγων ωρών.

Όλοι τους, μια μάνα με το μωρό της και έξι άνδρες,  δίπλα στη βάρκα, περιμένουν να διασχίσουν το Γιβραλτάρ για να συναντηθούν με τα όνειρά τους στην Ευρώπη. Η νύχτα είναι υγρή και παγωμένη. Οι ώρες περνούν αργά και βασανιστικά και οι απελπισμένοι άνθρωποι τρέμουν από το φόβο και από το κρύο. Δοκιμάζονται οι αντοχές τους, σωματικές και ψυχικές. Υπομένουν με μια διάθεση φιλοσοφική. Οι αναμνήσεις από το παρελθόν στοιχειώνουν τη ζωή τους. Δεν ξέρουν πού να πιαστούν. Αλλά είναι ζωντανοί και στέκονται όρθιοι.

Ο λογοτέχνης, που έχει ακόμη πολλές  ιδιότητες, καθηγητής μαθηματικών, καταξιωμένος  ζωγράφος και  γλύπτης, δεν θέλει να εντυπωσιάσει ούτε  προτίθεται να κάνει κήρυγμα. Η πένα του κρύβει δύναμη και η καρδιά του θυμό και αποφασιστικότητα. Αποτυπώνει ξεκάθαρους χαρακτήρες. Ξεδιπλώνει με εικονιστική ενάργεια τη ζωή των προσώπων.                                            

  Το κείμενο κυλάει,  και όσο προχωρεί η ανάγνωση ο Binebine,  σταδιακά και αριστοτεχνικά, αποκαλύπτει τις συναισθηματικές, τις  κοινωνικές και τις  οικονομικές  καταστάσεις που οδηγούν τους ανθρώπους στη φυγή. Σε κάποιες γραμμές ο λόγος γίνεται οξύς και  ο αναγνώστης σταματάει, σαν να σκοντάφτει σε σκληρό γρανίτη. «… Αυτή η βάρκα που σκέπαζε τους ζωντανούς μ΄έκανε να σκέφτομαι ένα μεγάλο φέρετρο … Η ζωή και ο θάνατος ενωμένοι στην ίδια σιωπή της απόλυτης μοναξιάς. Μια αναπνοή γεμάτη άμμο. Μια νύχτα συνενοχής».

Ο συγγραφέας εμπιστεύεται  το ρόλο του αφηγητή σε έναν έξυπνο, συναισθηματικό και φιλομαθή νεαρό Μαροκινό, που πήρε γαλλική παιδεία δίπλα στην γλυκύτατη μοναχή Μ πενεντίκτ.  Ονομάζεται Αζούζ και  προστατεύει πάντα τον αδύναμο Ρεντά, τον ξάδελφό του, που του προκαλεί μόνο μπελάδες, αλλά και, άθελά του, τον προσκαλεί στη ζωή.

Τα γεγονότα αυτής της μοναδικής νύχτας διακόπτονται από τις κοντινές ή απόμακρες αναμνήσεις-διηγήσεις ή αναδιηγήσεις των ηρώων.  Έτσι ενώ έχουμε στην πραγματικότητα έναν αφηγητή  είναι σαν να ακούμε ένα πολυφωνικό κείμενο με διαφορετικό κάθε φορά ηχόχρωμα, ένταση και συγκίνηση. Μιλάει ο Κασέμ  Ντζουνί, που  είναι ο μόνος επιζών μιας σφαγής στον εμφύλιο της Αλγερίας και ίσως με έναν τρόπο, κάπου, θα ξανάβρισκε «τα καστανά μάτια του γιού του», ο Γιουσέφ, που πρέπει να φύγει μακριά, ο μεγαλόσωμος, κι όμως αόρατος,  Παφαντνάμ, ο Γιαρσέ, που κρατάει πάντα μαζί του ένα καρνέ γεμάτο διευθύνσεις και «θα τραγουδούσε ως το τέλος» και η νεαρή  γενναία  Νουαρά, που δεν αποχωρίζεται ποτέ το μωρό της.  

Ο Mahi Binebine, σε όλες τις μορφές τέχνης που καλλιεργεί, ασχολείται με τον άνθρωπο. Στο γραφείο του γράφει  για ανθρώπους. Αυτοί που    έχουν μια  ιστορία, συνδέονται με δεσμούς, κάνουν όνειρα, δοκιμάζουν  πίκρες και  χαρές, όπως εσείς κι εγώ, όπως όλοι μας,  δεν είναι φαντάσματα, δεν είναι αριθμοί. Είναι άνθρωποι.  

Στο εργαστήρι του δουλεύει τον χαλκό. Στη γλυπτική, πλάθει τη ρεαλιστική υπόσταση του ανθρώπου,  σε πολλές εκδοχές. Άνθρωποι  σκυμμένοι, καθισμένοι ανάμεσα σε ογκώδεις κολόνες, εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε κόκκινο νήμα. Και όταν ζωγραφίζει, ο χρωστήρας του απεικονίζει σύνολα ανθρώπων. Επιλέγει χρώματα ήρεμα και αρμονικά ως αντίστιξη, άραγε, στον ανθρώπινο εφιάλτη; Ο Binebine, συνεπής καλλιτέχνης και ειλικρινής άνθρωπος,  αναπνέει, εμπνέεται, δημιουργεί λογοτεχνικά ή εικαστικά με την καρδιά, έχοντας πάντα ως κέντρο τον άνθρωπο. Πώς να μην είναι σπουδαίο το έργο του;    

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Χαρράγκα

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: