Οι κόρες της Καλυψώς I

Οι κόρες της Καλυψώς   Ι

της Αλεξάνδρας Ζερβού

 

Τους ξέβραζε το κύμα στο νησί μας

στον γυρισμό τους απ΄τον πόλεμο.

Αιμορραγούσαν και ξερνούσαν θαλασσόνερο.

Ήτανε ξέπνοοι, παραλογισμένοι.

Στον ύπνο τους  έκλαιγαν γοερά

και φώναζαν μ΄ολολυγμούς τη μάνα τους .

 

Κι εμείς, καλά εκπαιδευμένες, εθελόντριες,

να τους γιατροπορεύουμε μερόνυχτα,

με βότανα πραϋντικά και θεραπείες πολλές,

να΄ρθουν στα συγκαλά τους, ν΄αναρρώσουν.

 

Όταν αυτοί  με τα πολλά δυνάμωναν,

τους δίναμε ξυλεία κι εργαλεία

και με σοφία κι υπομονή, τούς δασκαλεύαμε

να φτιάξουν μια γερή καλή σχεδία.

Προσεχτικά στο χάρτη τούς σημειώναμε

την ασφαλέστερη θαλασσινή οδό.

Ύστερα τους ευχόμασταν «καλό ταξίδι»

και τους χαρίζαμε και μια πυξίδα χάλκινη.

Το ξέραν άλλωστε καλά πως το νησί μας

βρισκόταν έξω από ρότα ναυτική

και δεν το γνώριζε κανένας  καπετάνιος.

 

 

Όμως , δεν άντεχαν να ταξιδεύουν πια.

Βογγούσαν ,  να φανούν ακόμη ανήμποροι,

ή και πολύ ερωτευμένοι,  να μη φύγουν.

Αγωνιούσαμε .«-Δεν έχουμε άλλες κλίνες

κι έρχονται κι άλλοι ναυαγοί » ,τους λέγαμε.

Τότε μας πρότειναν να μένουν στ΄ακρογιάλι

και  ν΄ αγναντεύουνε, στενάζοντας, μακριά

μήπως και ξεχωρίσουν τον καπνό να βγαίνει

απ΄ το φουγάρο εκείνου  του  υπερωκεάνιου

που θα εκτελούσε  δρομολόγιο για τον τόπο τους

κι ίσως και να ’χε πάρει τ΄όνομά τους, ήδη.

Θα ταξιδεύαν, έλεγαν, στην πρώτη θέση,

τι ήρωες ήταν άλλωστε;

 

Όταν γυρίζαν πίσω στην πατρίδα τους,

ή σταματούσανε σε φιλικά λιμάνια,

διηγούνταν πώς παρεμποδίσαμε το νόστο τους.

Λέγανε τάχα πως τους είχαμε αγαπήσει

και πως τους ικετεύαμε να μείνουνε

και πως τους τάζαμε και την αθανασία!

Λες κι είχαμε τη δύναμη, τη γνώση,

εμείς να δίνουμε τ’ αθάνατο νερό ,

ή να δωρίζουμε και την αιώνια νιότη!

Χαράζανε κάτι κακότεχνες καρδιές,

πλαστογραφούσαν τα ονόματά μας

πάνω στη χάλκινη πυξίδα που τους δώσαμε,

ή στα μυώδη ακόμα, τριχωτά τους μπράτσα .

 

Όμως, τουλάχιστον, μπορούσαν τώρα πια

να εμπνευστούν κάτι ελαφρύ κι ευχάριστο

και ν΄ αφηγούνται ιστορίες ρόδινες ,

ευπώλητες ,για γόητες και  ξωθιές,

μέσα σε παραδείσια σκηνικά,

με πρωταγωνιστή τον εαυτό τους.

Να μη βαριούνται κι οι μικρές τους εγγονές

που απεχθάνονταν τις αιματοχυσίες

και χλεύαζαν τα κλέα των ανδρών.

 

Ο πίνακας με τίτλο «Εαρινή συμφωνία» είναι του Νικολάου Γύζη (1842-1901)

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: