Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Άλκης Ζέη

   Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Α. Ζέη, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2013 -ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ          

Ξεφυλλίζοντας  Τον μεγάλο περίπατο του Πέτρου  τα παιδιά μας γνώρισαν με έναν τρόπο ελκυστικό ένα κομμάτι της  σύγχρονης ιστορίας. Λίγο νωρίτερα εμείς μαθαίναμε, σκύβοντας στο ίδιο βιβλίο,   ότι το λογοτεχνικό κείμενο, όταν είναι  ειλικρινές, απλό και μεστό, μπορεί να μιλήσει για  θέματα που πολλοί τα θεωρούσαν ακόμη τότε ακανθώδη και αντιμετωπίζονταν ως ταμπού.

Και τώρα, μόλις πριν λίγες βδομάδες, η ίδια συγγραφέας, η Άλκη Ζέη, αφηγείται τα 20 πρώτα χρόνια της ζωής της, 1925-1945,  στο αυτοβιογραφικό  κείμενο με τίτλο Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, (<<… ο θείος Πλάτων μου είχε χαρίσει πριν από τον πόλεμο για τα γενέθλιά μου δέκα μολύβια φάμπερ >> (σελ. 314), ενώνοντας την ιστορική και την αυτοβιογραφική γραφή. Γράφει με την ίδια φρεσκάδα και αμεσότητα που έγραφε τότε, όταν απευθυνόταν σε παιδιά.

Κριτική από Εύη Ζερβού Καλλιακούδη

         Και τώρα σε τι κοινό άραγε απευθύνεται; Σε εφήβους ή σε μεγάλους; Σε όλους μας,  θα έλεγα, μικρούς και μεγάλους. Άλλωστε τα όρια ανάμεσα στην παιδική, εφηβική και τη λογοτεχνία ενηλίκων σήμερα πια είναι- και καλώς είναι- δυσδιάκριτα. Εμείς οι μεγάλοι ξαναθυμόμαστε τα ιστορικά διαβάσματά μας και τις προφορικές  αφηγήσεις των γονιών μας, ενώ  τα παιδιά μας μπορούν αβίαστα να συνθέσουν το ιστορικό πλαίσιο μιας μακρινής τους χρονικά εποχής, εξαιρετικά, όμως,  κομβικής για το παρόν που ζουν.

Ξαπλώστε, λοιπόν, αναπαυτικά στην πολυθρόνα σας, α-πομονωθείτε  από τους άλλους, τεντωθείτε ή κουβαριαστείτε, βάλτε απαλή μουσική, πάρτε ένα μαξιλάρι για το κεφάλι, τη μέση ή τα πόδια, ακόμα <<μπορείς να έχεις τα πόδια ψηλά πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού και η υπόλοιπη να είσαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάσκελα  και να κρατάς το βιβλίο στον αέρα >> (σελ. 54 ).

Ξεκινήστε την περιπέτεια της ανάγνωσης. Είναι βέβαιο ότι δεν θα την διακόψετε, γιατί είναι απολαυστική η αφήγηση του βιωμένου χρόνου που έζησε η Α. Ζ., καθώς συνοδεύεται από  ποικιλία  εμπειριών ζωής, από έντονα συναισθήματα, από καρδιοχτύπια, συναντήσεις, απουσίες, νεανικές συντροφιές, απορίες, ακυρώσεις και βεβαιότητες.                                                                     Όταν, μάλιστα, διαβάζεις ένα κείμενο όπου η γραπτή γλώσσα  αναπαράγει με επιτυχία την προφορικότητα, όταν συναντάς  στις γραμμές  χιούμορ, και, μάλιστα, χιούμορ αυθόρμητο, σχεδόν ανεπεξέργαστο,  και όταν διαπιστώνεις ότι το τεράστιο υλικό είναι σοφά κατανεμημένο, σίγουρα η ανάγνωση μετατρέπεται σε μια γοητευτική εμπειρία.

Συναντιόμαστε με την Άλκη παιδί και αργότερα με την Άλκη έφηβη και κατόπιν με το νεαρό κοριτσόπουλο. Στο κείμενο που κυλάει αβίαστα και που ολοκληρώνεται από ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό νιώθουμε ότι η συγγραφέας πετυχαίνει αυτό ακριβώς που  προσδοκούσε, όπως δηλώνει σε πρόσφατη συνέντευξή της : <<Θέλησα να γράψω όχι όπως σκέφτομαι τώρα με την πείρα και την ηλικία μου ,  αλλά όπως τα έβλεπα τότε>>. Σκέψεις του παρόντος ή μεταγενέστερες της αφήγησης καταγράφονται ευδιάκριτα με πλαγιογράμματη γραφή.

Η Άλκη Ζέη βασίζεται στη μνήμη για να δώσει ένα << χορταστικό >> κείμενο, στο οποίο οι ατομικές εμπειρίες, δικές της, της οικογένειας ή του ευρύτερου φιλικού περιβάλλοντος προχωρούν μαζί με την Ιστορία του τόπου μας. Η ιστορία της Άλκης, της Λενούλας, του δραστήριου διανοούμενου και αγωνιστή Γιώργου Σεβαστίκογλου, του ωραίου  και <<θεατρικού>> Νίκου Γκάτσου,-νεανικού έρωτα της Λενούλας,- της ξεχωριστής  Διδώς Σωτηρίου και του Πλάτωνα Σωτηρίου, που είχα την τύχη να γνωρίσω κι εγώ όταν ήμουν μαθήτρια, (και ήταν ακριβώς όπως τον περιγράφει η Α. Ζ.), οι ανησυχίες του Κουν, η δράση της ασυμβίβαστης Ζωρζ Σαρή, ακόμη και οι συμπαθητικές μικροαστικές συνήθειες αγαπημένων προσώπων   εξελίσσονται παράλληλα  με την Ιστορία της Ελλάδας: Πόλεμος, πείνα, Κατοχή, αντίσταση, απελευθέρωση.

Μέσα σ΄αυτό το ιστορικό πλαίσιο οι άνθρωποι διαμορφώνονται( η Άλκη, η Λενούλα, η Ζωρζ), διαμορφώνουν (η δυναμική Διδώ και ο γλυκός Πλάτων), ονειρεύονται (ο Κουν, ο Σεβαστίκογλου, ο Καρούζος), αντιστέκονται ( η Διδώ, η Έλλη, η Ζωρζ Σαρή), ωριμάζουν και ενηλικιώνονται (η Άλκη, η Λενούλα), εμπνέουν (ο Πέτρος- Δημήτρης Δεσποτίδης), δημιουργούν (ο Γκάτσος, ο Καρούζος, η Άλκη, η Διδώ ), ερωτεύονται ( η Άλκη και ο Γιώργος, η Λενούλα και ο Γκάτσος).                                                                                                   Η Ιστορία της Ελλάδας και οι προσωπικές ιστορίες των ανθρώ-πων εφάπτονται, συνυφαίνονται και συλλειτουργούν. Κάθε ατομική ιστορία αναδύεται μέσα από το ιστορικό κλίμα της εποχής, συμπλέκεται μαζί του και ολοκληρώνει τη διαδρομή της μακροϊστορίας.

Η συγγραφέας γράφει για σπαραχτικές και ματωμένες σελίδες του τόπου επιλέγοντας μια ήσυχη φωνή, χωρίς κραυγές, με λεπτό συναίσθημα, αλλά   χωρίς την ένταση του πάθους, ακολουθώντας, θα τολμούσα να πω,  έναν  ανάλαφρο τρόπο αφήγησης, που αφήνει περισσότερο μια γεύση νοσταλγίας παρά την αίσθηση της βαθύτατης θλίψης και της πικρίας. Να είναι άραγε πιστή στη νεανική ματιά που σκόπιμα η ίδια αποφασίζει να ακολουθήσει συναιρώντας τα προτερόχρονα γεγονότα όχι με την παροντική υστερόχρονη αντίληψη, αλλά  με  το αίσθημα εκείνων ακριβώς των χρόνων, όπου γεγονός, βίωμα και εσωτερικός παλμός  συγχρονίζονται μεταξύ τους; Ή μήπως, αντίθετα, η σοφία της ώριμης ηλικίας εξασφαλίζει την νηφαλιότητα και την γενναιοδωρία ψυχής; Όποια κι αν είναι, όμως,  η αιτία εκτιμώ ότι  αυτός ο σχεδόν ανάλαφρος τρόπος γραφής είναι ένας λόγος που το κείμενο διαβάζεται ευχάριστα από κοινό όλων των ηλικιών και όλων των ιδεολογιών. Κι αυτό αποτελεί, νομίζω, ένα προσωπικό χαρακτηριστικό της Α. Ζ. που μετατρέπει κι αυτό το  βιβλίο της σε εκδοτικό γεγονός.

Θυμόμαστε διαβάζοντας  ότι στα 1943 ιδρύεται ο ιστορικός πια εκδοτικός οίκος ΙΚΑΡΟΣ, όπου δημιουργούνται οι λογοτεχνικοί κύκλοι και συχνάζουν οι  λογοτεχνικές συντροφιές: Καρύδης, Ελύτης, Γκάτσος, Σεφέρης, Καραντώνης, Σπ. Βασιλείου, Τσαρούχης, Τερζάκης, Κ. Πολίτης, όλους τους ανασύρει από τη μνήμη, τόσα χρόνια μετά η Α. Ζ. << Οι επαφές αυτές λειτούργησαν σαν πανεπιστήμιο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν συζητούσαν παρά μόνο για λογοτεχνία, ποίηση και φιλοσοφία. Εμείς μορφωνόμαστε άθελά μας>>.

Από την άλλη μεριά η  Διδώ << ήτανε δημοσιογράφος, έγραφε στην εφημερίδα  Ο Νέος Κόσμος και έβαζε το όνομά της κάτω απ΄αυτά που έγραφε…. Ακόμα, είχε ταξιδέψει στο Παρίσι και έφερε αποκεί έναν μπερέ που τον φορούσε στραβά στο κεφάλι>> (σελ. 46 ). Με τους ευρείς της  ορίζοντες, την ευφυϊα, την κοινωνική συνείδηση και την ανατρεπτική της διάθεση φαίνεται ότι η Διδώ επηρεάζει την οικογένεια της συγγραφέως, ανοίγει καινούργιους δρόμους  και συμβάλλει αποφασιστικά στην ενηλικίωση της Άλκης. Ήταν <<η θείτσα που έβαζε ζιζάνια>>.

Αλλά δεν έγραφε μόνο η Διδώ. Η Άλκη, παιδί ακόμη, δοκίμαζε το συγγραφικό της ταλέντο στις   ερωτικές επιστολές που έγραφε για τους αγαπημένους των νεαρών κοριτσιών, που δούλευαν ως υπηρέτριες  στα αστικά σπίτια της εποχής. <<Έπαιρνα μια κόλα αλληλογραφίας με γραμμές και το καλά ξυσμένο μολύβι μου φάμπερ νούμερο δύο, καθόμουνα στο μαρμάρινο τραπέζι της κουζίνας, κι εκεί άρχισε η περιπέτεια της γραφής που κρατάει ως σήμερα….  Οι Ταπεινοί και καταφρονεμένοι μπερδεύονταν με τη Δέλτα και με τα δικά μου… εμπνευσμένα λόγια>> (σελ.67 ). Η Πηνελόπη Δέλτα είχε πρώτο ακροατή και θαυμαστή των νεανικών της έργων τον μικρό αδελφό της Αλέξανδρο. Αντίστοιχα  η Άλκη Ζέη  γράφει: << (Εκείνες ) ήταν οι πρώτες μου θαυμάστριες>>. Αργότερα θα γράψει το σενάριο για το κουκλοθέατρο που θα παρουσιαστεί στο Σχολείο της, τη Σχολή Μίνας Αηδονοπούλου, με την καθοδήγηση της καθηγήτριάς της Ελένης  Περράκη, που <<μόλις είχε γυρίσει από το Παρίσι, όπου είχε σπουδάσει στη σχολή Καλών Τεχνών και έκανε πράγματα και θάματα>> ( σελ. 124 ).

Ακόμη πιο πριν η Α. Ζ. μιλάει για τα παιδικά χρόνια στη Σάμο, χρόνια ανεμελιάς κι ελευθερίας, παραπέμποντας στα αυτοβιογραφικά στοιχεία που συναντάμε στο Καπλάνι της βιτρίνας. Ένας σπουδαίος παππούς  είναι ο παραμυθάς τους, καθώς  τροφοδοτεί  την ίδια και την Λενούλα με το υλικό τού αρχαίου μύθου. Πρέπει να ευθύνεται για τις << Κλαψωδίες>> ή για τον << Οδυσσέα και τον Κλούβιο στη Σκύλα και τη Χάρυβδη>>,  τα πρώτα έργα,  για την ακρίβεια σενάρια, της μαθητριούλας  Άλκης.                                                                                                      Έχω την αίσθηση ότι όλα σχεδόν  τα προηγούμενα έργα της  Α. Ζ.  (Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, Το καπλάνι της βιτρίνας, Ο θείος Πλάτων, Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα) συνδιαλέγονται με  το τελευταίο βιβλίο της και εκβάλλουν σε αυτό. Το γλαφυρό αυτοβιογραφικό κείμενό της   Με  μολύβι φάμπερ νούμερο δύο μπορεί να λειτουργήσει ως βιβλίο αναφοράς, ως ιστορική μαρτυρία, ως επεξηγηματικό σχόλιο και  ως χωροχρονικό πλαίσιο αποδεικνύοντας πόσο κοντά είναι η μυθοπλασία με την πραγματική ζωή.

Δικαιούστε να το αναγνώσετε και να το απολαύσετε.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: